Η Αγία Αικατερίνη είναι από τα πρόσωπα εκείνα της Ορθοδοξίας που η ζωή και η δράση της αγγίζει τα όρια του μύθου. Τιμάται παντού, παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία για την ίδια. Στην Ελλάδα η αγία έχει συνδεθεί και με τη λαογραφία. Στις Κυκλάδες, ιδιαίτερα, οι άγαμες γυναίκες, φτιάχνουν τις «αλμυροκουλούρες», στην Κατερίνη τιμάται και ως πολιούχος, ενώ είναι προστάτιδα των γεωργών αλλά και πάρα πολλών επαγγελματικών ομάδων σε πολλές χώρες του κόσμου, όπως των δικηγόρων και νομικών, των βιβλιοθηκονόμων των φιλοσόφων, των μυλωνάδων, των γανωματήδων, των νοσοκόμων, των γραμματέων, των στενογράφων, των βυρσοδεψών και των αγγειοπλαστών. Ενώ, θεωρείται και προστάτιδα των ετοιμοθάνατων, των παρθένων και των ανύπαντρων γυναικών.
Οι γεωργοί στη χώρα μας είχαν συνδέσει την καλή σπορά με την αγία. Μάλιστα, σύμφωνα με την παράδοση, επειδή η γιορτή της συμπίπτει με τη σπορά, σε περίπτωση ανομβρίας η αγία «δανείζεται νερό» από άλλον άγιο για να βρέξει!

Οι διωγμοί, τα βασανιστήρια, οι θρύλοι
Σύμφωνα με τον Ρουφίνο, ύπαρχο της αυλής του αυτοκράτορα Θεοδόσιου, το πρώτο της όνομα ήταν Δωροθέα. Μετά τη βαφτισή της, όμως, έλαβε το όνομα Αικατερίνα, αυτή δηλαδή που είναι πάντα καθαρή, αγνή (αιέν καθαρινά, δηλαδή «η πάντοτε αγνή»). Έζησε στην Αλεξάνδρεια, στα χρόνια του αυτοκράτορα Μαξιμιανού, και είχε αριστοκρατική καταγωγή και τεράστια μόρφωση.

Κατά τη φυλάκισή της η αγία υπέμεινε τις πιέσεις και τις κακουχίες με θάρρος και υπομονή, που αντλούσε, σύμφωνα με την παράδοση, από τη δύναμη της βαθιάς της πίστης, όπως συνέβαινε τότε και με όλους τους Χριστιανούς που μετά τον θάνατό τους αναγνωρίστηκαν από την Εκκλησία ως μάρτυρες. Όταν στη συνέχεια έμαθε η σύζυγος του αυτοκράτορα, Φαυστίνα, τον λόγο για τον οποίο είχε φυλακιστεί και είχε καταδικαστεί σε θάνατο, όχι απλώς συγκινήθηκε από τη στάση της, αλλά ζήτησε να της δοθεί η άδεια να την επισκεφτεί στο κελί της. Το αίτημά της έγινε δεκτό και, έτσι, με συνοδεία 200 στρατιωτών, οι οποίοι είχαν ως επικεφαλής τον Φρούραρχο Πορφυρίωνα ή Πορφύριο, συναντήθηκε μαζί της. Όμως τόσο η Φαυστίνα όσο και οι στρατιώτες προσηλυτίστηκαν από την Αικατερίνη στη νέα θρησκεία. Τότε ο αυτοκράτορας διέταξε τον αποκεφαλισμό της συζύγου του, Φαυστίνας, του φρουράρχου και των στρατιωτών και διέταξε την εκτέλεση της αγίας με μαρτυρικό τρόπο. Για τον θάνατό της χρησιμοποιήθηκε ο «τροχός των βασανιστηρίων», ένα κυκλικό σίδερο του οποίου η περιφέρεια έφερε καρφιά. Ο τροχός αυτός κινούνταν με σκοινιά και τροχαλίες σιγά-σιγά και ακουμπούσε το δεμένο σώμα του καταδικασθέντος σε θάνατο. Ο θρύλος εδώ αναφέρει πως τα καρφιά του τροχού, όταν πλησίασαν το σώμα της αγίας, ένα-ένα έσπαγαν. Κατ’ άλλον θρύλο, ο εν λόγω τροχός, πριν πλησιάσει το σώμα της αγίας, διαλύθηκε «εις τα εξ ων συνετέθη». Έτσι, αποφασίστηκε τελικά ο αποκεφαλισμός της, ο οποίος, όταν συνέβη, οι παριστάμενοι αντιλήφθηκαν να ρέει γάλα αντί αίμα.
Στη συνέχεια, σύμφωνα με έναν άλλο θρύλο, το πάναγνο σώμα της αγίας μεταφέρθηκε υπό «πτερύγων αγγέλων» στο όρος Σινά της ομώνυμης χερσονήσου, όπου επί αιώνες έμεινε άταφο, κατά τους βιογράφους της και την ιερή παράδοση, μέχρι τον 6ο αιώνα, οπότε ερημίτες μοναχοί της περιοχής μέσω οράματος ειδοποιήθηκαν και κατέβασαν από το όρος το σώμα της αγίας και το εναπόθεσαν σε μαρμάρινη θήκη.
 
Σύμφωνα με έναν θρύλο, το πάναγνο σώμα της αγίας μεταφέρθηκε υπό «πτερύγων αγγέλων» στο όρος Σινά της ομώνυμης χερσονήσου, όπου επί αιώνες έμεινε άταφο
Έπειτα ενημερώθηκε ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός, ο οποίος έκτισε την ιερή Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Σινά και την εκκλησία (καθολικό) της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (που κτίσθηκε μεταξύ 548 και 565) εντός της οποίας τοποθετήθηκε η μαρμάρινη θήκη. Στη μονή αυτή διασώζεται ένα σημαντικό θησαυροφυλάκιο της πρώιμης χριστιανικής τέχνης και αρχιτεκτονικής και πλήθος εικονογραφημένων χειρογράφων. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή του θρύλου, έχοντας απορρίψει η Αικατερίνη πολλές γαμήλιες προτάσεις, ανέβηκε στους ουρανούς κατά τη διάρκεια οράματος και μνηστεύθηκε τον Χριστό.
Ιερά λείψανα, όμως, της Αγίας Αικατερίνης της Μεγαλομάρτυρος φέρονται να επιδεικνύονται από τα μέσα του 11ου αιώνα και στη νορμανδική πόλη Ρουάν, όπου, κατά τους Kαθολικούς, τα έφερε εκεί περί το 1207 ο ερημίτης μοναχός Συμεών.
Στην Καθολική Εγκυκλοπαίδεια, η οποία εκδόθηκε το 1908, αναφέρεται τι σημαίνει για τους Χριστιανούς η πίστη στην αγία: «Καθώς, μαζί με την Αγία Μαργαρίτα και την Αγία Βαρβάρα, συγκαταλέγεται στους δεκατέσσερις πιο υποβοηθητικούς αγίους στον ουρανό, τύγχανε αδιάκοπου εγκωμιασμού από τους κήρυκες και εξύμνησης από τους ποιητές. Σε πολλά μέρη η εορτή της εορταζόταν με εξαιρετική μεγαλοπρέπεια, υπήρχε αργία και οι ακολουθίες παρακολουθούνταν από μεγάλο πλήθος λαού. Σε αρκετές επισκοπές της Γαλλίας η εορτή θεωρούταν Ιερά Ημέρα, έως την αρχή του 17ου αιώνος, και εορταζόταν με μεγαλοπρέπεια που η τελετουργία της ξεπερνούσε αυτή των εορτών μερικών Αποστόλων. Αναρίθμητα παρεκκλήσια την είχαν ως προστάτιδα και το άγαλμά της ευρίσκετο σε σχεδόν όλες τις εκκλησίες, αναπαριστώντας την σύμφωνα με τη μεσαιωνική εικονογραφία με έναν οδοντωτό τροχό, το όργανο βασανισμού της.
Σημαντικότερες εορτές προς τιμή της αγίας ήταν εκείνες οι εύθυμες που συνέβαιναν στο Παρίσι, όπου νεανίδες ηλικίας 25 ετών ανύπανδρες, ανήμερα της εορτής της αγίας, περιφέρονταν εν ευθυμία στη πόλη φέροντας ή σκεπάζοντας τα μαλλιά τους με λευκό δαντελλωτό “κεκρύφαλο” (σκούφο), εκ του οποίου και προήλθε η γαλλική έκφραση “elle a la coiffure de Sainte Catherine” (έχει την κτενισιά της Αγίας Αικατερίνης), που αποτελεί ιδιωματισμό και λέγεται για γεροντοκόρες, αντίστοιχο με το ελληνικό “μπήκε στο ράφι”.
Ο οδοντωτός τροχός έγινε το έμβλημα της αγίας και, έτσι, οι μηχανικοί έθεσαν εαυτούς υπό την προστασία της. Τελικά, σύμφωνα με την παράδοση, όχι μόνο παρέμεινε παρθένος, ελέγχοντας τα πάθη της, και κυρίευσε τους εκτελεστές της, φθείροντας την υπομονή τους, αλλά θριάμβευσε και στην επιστήμη, κλείνοντας τα στόματα των σοφιστών: η πραγματεία της μελετήθηκε από θεολόγους, απολογητές, κήρυκες, και φιλοσόφους. Πριν τη μελέτη, τη συγγραφή ή το κήρυγμα, την επικαλούνταν να τους φωτίσει, να καθοδηγήσει τις πένες τους και να ξεκαθαρίσει τα νοήματα των λόγων τους. Αυτή η αφοσίωση στην Αγία Αικατερίνη, που πήρε τεράστιες διαστάσεις στην Ευρώπη μετά τις Σταυροφορίες, έλαβε επιπρόσθετη λάμψη στη Γαλλία στις αρχές του 15ου αιώνα, όταν, σύμφωνα με τις φήμες, η αγία είχε μιλήσει στην Ιωάννα της Λωραίνης και, μαζί με την Αγία Μαργαρίτα, υπήρξε η θεία σύμβουλος της Ιωάννας».
 
Ο οδοντωτός τροχός έγινε το έμβλημα της αγίας και, έτσι, οι μηχανικοί έθεσαν εαυτούς υπό την προστασία της
Ο εορτασμός
Η ημέρα του μαρτυρίου της Αγίας Αικατερίνης θεωρείται η 24 Νοεμβρίου, της δε εύρεσης των λειψάνων της η 25η Νοεμβρίου, εκτός, όμως, όλων των Σλάβων, που τιμούν ιδιαίτερα μέχρι σήμερα την ημέρα του μαρτυρικού θανάτου της αγίας. Όλοι οι άλλοι Χριστιανοί τιμούν τη μνήμη της στις 25 Νοεμβρίου, έπειτα από σύσταση-απόφαση των μοναχών του Σινά, οι οποίοι συνέπτυξαν σε μία και τις δύο εορτές, ώστε να συνεορτάζεται με τα Εισόδια της Θεοτόκου.
Παρά το γεγονός ότι η αγία τιμήθηκε όσο κανείς και από τους Καθολικούς, το 1969 η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αφαίρεσε την εορτή της από το γενικό εορτολόγιο των αγίων που δημοσιεύθηκε από τη Σύνοδο για τη Θεία Λατρεία και την Τάξη των Αγίων, ισχυριζόμενη την έλλειψη ιστορικών αποδείξεων για την ύπαρξή της. Το 2002 περιλήφθηκε ξανά στο ημερολόγιο.

Η Ιερά Μονή της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά
Η Μονή της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά ήταν από αυτές που στην πορεία μετατράπηκαν σε κέντρα της Ορθοδοξίας. Αν και το 641 μ.Χ. κατακτήθηκε η περιοχή από τους Άραβες, οι μοναχοί εξασφάλισαν την πολιτική προστασία του Μωάμεθ, ο οποίος, με το περίφημο «Αχτιναμέ», που σώζεται στη μονή, όρισε οι Μουσουλμάνοι να υπερασπίζονται τους αδελφούς της Μονής. Ακολούθησαν οι Σταυροφόροι (1099-1270), οι οποίοι κατέστησαν γνωστή τη μονή στους 
Χριστιανούς της Δύσεως. Η μονή φημίζεται και για το μοναδικό στο είδος του κειμηλιοφυλάκιο και την πλουσιότατη βιβλιοθήκη που διαθέτει. Στο καθολικό, το σκευοφυλάκιο, τα παρεκκλήσια, τα κελιά και σε άλλους χώρους της μονής φυλάσσονται περισσότερες από 2.000 εικόνες, που χρονολογούνται από τον 6ο έως τον 12ο αιώνα (παλαιοχριστιανικής, βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου). Μνημονεύονται ειδικά οι κηρόχυτες (ή εγκαυστικές), που είναι και οι αρχαιότερες. Ανάμεσά τους οι σπουδαιότερες είναι: ο Άγιος Πέτρος, η Ένθρονη Θεοτόκος ανάμεσα σε αγίους και αγγέλους, η Παναγία η Παράκλησις, ο Χριστός Παντοκράτωρ, η Ανάληψις του Χριστού, ο Χριστός Εμμανουήλ και οι Τρεις Παίδες εν καμίνω.

Η βιβλιοθήκη της μονής, από πλευράς αριθμού και αξίας χειρογράφων, θεωρείται η δεύτερη σε σπουδαιότητα στον κόσμο, έπειτα από εκείνη του Βατικανού. Περιέχει 4.000 πολύτιμα χειρόγραφα (τα δύο τρίτα στην ελληνική γλώσσα, τα υπόλοιπα στην αραβική, τη συριακή, την κοπτική, την ιβηρική, την αρμενική και την αιθιοπική). Το περιεχόμενό τους είναι κυρίως χριστιανικό, χωρίς να λείπουν τα έγγραφα ιστορικής αξίας, με υπογραφές αυτοκρατόρων, πατριαρχών και αρχιερέων, σουλτάνων και ηγεμόνων. Πολλά από τα χειρόγραφα είναι ωραϊσμένα με θαυμάσιες και σπάνιες μικρογραφίες.
Στη συλλογή της μονής περιλαμβανόταν και ο περίφημος Σιναϊτικός Κώδιξ (4ου αιώνος), που περιέχει το ελληνικό κείμενο της Αγίας Γραφής. Το 1856 ο Γερμανός μελετητής Τίσεντορφ τον δανείστηκε, χωρίς να τον επιστρέψει... Σήμερα εκτίθεται στο Βρετανικό Μουσείο, αγορασμένος το 1933 προς 100.000 λίρες.

Θησαυρός ανεκτίμητος είναι και ο παλίμψηστος Συριακός Κώδιξ του 400 μ.Χ., με δεύτερη γραφή του 7ου και 8ου αιώνα, που περιέχει την αρχαιότερη μετάφραση του Ευαγγελίου και άλλα μεταγενέστερα κείμενα. Το αρχαιότερο Ευαγγέλιο στην ελληνική είναι του έτους 717 και αποτελεί δώρο του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Γ’. Η βιβλιοθήκη περιέχει και περίπου 5.000 έντυπες εκδόσεις, πολλές από τις οποίες ανάγονται στα πρώτα χρόνια της τυπογραφίας. Είναι άριστα οργανωμένη και διαθέτει εργαστήρια μικροφωνήσεως και συντηρήσεως χειρογράφων, για την εξυπηρέτηση των μελετητών.
 
Στη συλλογή της μονής περιλαμβανόταν και ο περίφημος Σιναϊτικός Κώδιξ (4ου αιώνος), που περιέχει το ελληνικό κείμενο της Αγίας Γραφής
Στην πνευματική δικαιοδοσία της μονής ανήκει το γυναικείο μετόχιο της Φαράν, με μεγάλο κήπο φυτεμένο με χουρμαδιές, οπωροφόρα δέντρα και λαχανικά. Άλλα μετόχιά της βρίσκονται στη Ραϊθώ, στο Κάιρο, στον Λίβανο, στην Κύπρο, στην Κωνσταντινούπολη και στην Ελλάδα.
Είναι αξιοσημείωτο ότι την Αγία Αικατερίνη έχουν τιμήσει με ασματικές ακολουθίες υμνογράφοι, όπως ο Θεοφάνης ο Γραπτός (9ος αιώνας), και με παρακλητικό κανόνα ο μακαριστός λόγιος μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης (20ός αιώνας). Ακόμα, τη μεγαλομάρτυρα έχουν τιμήσει με λαμπρούς εγκωμιαστικούς λόγους, αριστουργήματα ρητορικής τέχνης, πολλοί εκκλησιαστικοί ρήτορες, όπως ο αρχιεπίσκοπος Σινά και Ραϊθώ Κύριλλος, λόγιος κληρικός του 18ου αιώνα, με δύο εγκωμιαστικούς λόγους στην «πολιούχον Σινά», που εκδόθηκαν στη Βενετία το 1776, και ο ιεροδιδάσκαλος του 18ου αιώνα Μακάριος Καλογεράς, από την Πάτμο.
Οι Βεδουίνοι προστάτες του μοναστηριού
Κατά την Αραβική Άνοιξη, η οποία ξεκίνησε από την Τυνησία το 2010 και επεκτάθηκε και σε άλλες χώρες και, βεβαίως, στην Αίγυπτο, οι Βεδουίνοι, οι οποίοι ζουν αρμονικά με τους μοναχούς της μονής, ήταν αυτοί που υπερασπίστηκαν τον χώρο. Σύμφωνα με τον ηγούμενο της μονής Δαμιανό: «Τις μέρες εκείνες της επανάστασης κατά του Μουμπάρακ είχαμε έναν ξεσηκωμό και μια γενικευμένη αναρχία. Υπήρχαν φόβοι ότι κάποιες φυλές από το Βόρειο Σινά θα κατέβουν για λεηλασίες. Τότε οι Βεδουίνοι πήραν τα όπλα και δημιούργησαν έναν κλοιό, μια ασπίδα προστασίας γύρω από το μοναστήρι... Υπάρχει ιστορικά μια καλή σχέση με τους μουσουλμάνους, με εξαίρεση κάποιες περιόδους. Λογικό είναι μέσα στους τόσους αιώνες να υπάρχουν και κάποια μελανά σημεία. Αυτά όμως ήταν ελάχιστα».
Ο σεβασμός προς τη διαφορετικότητα στην πίστη δεν υπήρξε, ωστόσο, το μοναδικό κίνητρο για το οποίο οι Βεδουίνοι ζώστηκαν τα άρματα και δημιούργησαν κλοιό ασφαλείας για τους 27 μοναχούς και, βεβαίως, τα ανεκτίμητης αξίας βιβλία, χειρόγραφα και βυζαντινά κειμήλια που φυλάσσονται, σε συνθήκες υψηλής ασφάλειας. Γύρω από τη μονή κατοικούν περισσότεροι από 4.000 Βεδουίνοι, οι οποίοι ζουν από τον τουρισμό. Πριν από το ξέσπασμα της εξέγερσης, έφταναν στην περιοχή περίπου 300.000 τουρίστες το χρόνο.
Στο πλευρό των μοναχών και ο σεΐχης Ahmet Abou Rashed El-Gebali της φυλής Gabalia, που ζει στην περιοχή της Αγίας Αικατερίνης, ο οποίος τότε δήλωσε πως η προστασία της μονής και των ιερών τόπων αποτελούν ευθύνη της φυλής του, διαμηνύοντας σε όλους τους φανατικούς πως «δεν θα επιτραπεί σε κανέναν να βλάψει το μοναστήρι»...
Πολιούχος της Κατερίνης
Η Κατερίνη, η πρωτεύουσα της Πιερίας, τιμά την Αγία Αικατερίνη ως πολιούχο. Σύμφωνα με την παράδοση, ο σημερινός νεκροταφειακός ναός της Αγίας Αικατερίνης ήταν μετόχι της Ιεράς Μονής Σινά. Αρχικά, όταν κτίστηκε ο ναός, η Κατερίνη δεν ήταν παρά ένας μικρός οικισμός. Αργότερα, όταν αναπτύχτηκε η πόλη, πήρε το όνομά της από τον ναό. Η δε Πολιτεία με ειδικό διάταγμα όρισε την Αγία Αικατερίνη πολιούχο. Ο Μητροπολίτης Κίτρους Βαρνάβας είναι αυτός που έφερε στην Κατερίνη λείψανα της αγίας, τα οποία προσέφερε ο Αρχιεπίσκοπος Σινά στις 25 Νοεμβρίου του 1967 και τοποθετήθηκαν στον καθεδρικό Ναό της Θείας Αναλήψεως.