Αθήνα, ξημερώματα Κυριακής 8 Οκτωβρίου 1944… - UNPOLITICAL

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2018

Αθήνα, ξημερώματα Κυριακής 8 Οκτωβρίου 1944…

Φωτογραφία του Πέτρος Γεωργίου Καψάλης.

Έξω το σκοτάδι ήταν ακόμα βαθύ. Το τρανταχτό κλείσιμο μιας σιδερένιας πόρτας τάραζε την ησυχία της πρωτεύουσας, η οποία, από τις 27 Απριλίου 1941, βρισκόταν ήδη υπό γερμανική κατοχή. 
Φρεσκοξυρισμένος όπως πάντα, με το λευκό μαντίλι στο πέτο και με το κλασικό λευκό «καβουράκι» στο κεφάλι του, ο Αντώνης Βρεττός άφηνε το ένα σπίτι του κι έπαιρνε το δρόμο για το άλλο, το γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Ως διευθυντής του ιστορικού γηπέδου εδώ κι αρκετά χρόνια, κι έχοντας ζήσει σχεδόν τη μισή του ζωή εκεί, ο Βρεττός ένιωθε ένα σφίξιμο στην καρδιά κάθε φορά που αντίκρυζε, αντί για αθλητές με πράσινες φανέλες και τριφύλλια, στρατιώτες με μελανέρυθρες σβάστικες και πολυβόλα MP-40, τα αγαπημένα όπλα της Βέρμαχτ.

Όφειλε όμως να δίνει πάντα το «παρών». Γνωρίζοντας κάθε χιλιοστό του γηπέδου του Παναθηναϊκού καλύτερα από κάθε άλλον, είχε διαμορφώσει, παρέα με μέλη της διοικούσας επιτροπής του Τριφυλλιού και απλούς φίλους της ομάδας, ένα κρυφό και απρόσιτο δωμάτιο σε χώρο αντίστασης και ανάτασης εθνικού φρονήματος! Εκεί, οι ηρωικοί και παράτολμοι Παναθηναϊκοί είχαν τη δυνατότητα να ακούν από ένα λαθραίο ραδιοφωνάκι τα νέα του BBC, περιμένοντας καρτερικά την πολυπόθητη απελευθέρωση.

Η πόλη ήταν ακόμη έρημη και οι μόνοι που κυκλοφορούσαν έξω ήταν οι Γερμανοί στρατιώτες. Στο δρόμο για το γήπεδο, ο Βρεττός συνάντησε έναν από αυτούς και σταμάτησε το βιαστικό του βήμα. Οι δύο άνδρες ήταν σε απόσταση αναπνοής και ο Βρεττός τον κοίταζε επίμονα μες στα μάτια. Τη στιγμή εκείνη πέρασαν σε κινηματογραφική ταχύτητα από το μυαλό του όλες εκείνες οι κτηνώδεις πράξεις των Γερμανών και των Ιταλών στην πρωτεύουσα αλλά και στο γήπεδο του Τριφυλλιού, όπου τα πάντα σχεδόν είχαν γίνει βορά στις ορέξεις των κατακτητών.

Η τροπαιοθήκη του συλλόγου, με τα εκατοντάδες κύπελλα που ο Παναθηναϊκός είχε κατακτήσει στο στίβο, στο ποδόσφαιρο, στο χόκεϋ, στις αθλοπαιδιές και στα υπόλοιπα αθλήματα, είχε λεηλατηθεί. Κύπελλα που κατακτήθηκαν με ιδρώτα και ενίοτε με αίμα, χρησιμοποιούνταν από τους αδίστακτους Ιταλούς και τους αιμοσταγείς Γερμανούς ως τρόπαια νίκης σε εσωτερικούς φιλικούς τους αγώνες. Οι καταστροφές ήταν γενικευμένες σε όλους τους χώρους του γηπέδου και με βάση τους υπολογισμούς που έκαναν οι διοικούντες τον Όμιλο, το κόστος τους ξεπερνούσε τα 2.000.000 δραχμές, ποσό δυσβάσταχτο για τα δεδομένα της εποχής. 

Το γήπεδο είχε επιταχθεί εξ’ ολοκλήρου από τους κατακτητές. Σχεδόν όλοι οι υαλοπίνακες ήταν σπασμένοι, γραφεία και έπιπλα είχαν κλαπεί για τις ανάγκες των βαρβάρων ενώ ακόμα και η μεγάλη στεγασμένη εξέδρα επί της οδού Τσόχα, το καμάρι του Παναθηναϊκού Αθλητικού Ομίλου και ένα έργο που προκάλεσε το γενικό θαυμασμό σύσσωμης της αθλητικής Ελλάδας, καθώς ήταν η πρώτη παρόμοια εξέδρα που χτίστηκε ποτέ και μπορούσε να φιλοξενήσει 3.000 θεατές, ήταν κατεστραμμένη ολοσχερώς.

Αυτό πονούσε πολύ τον Βρεττό, ο οποίος, το 1932 που εγκαινιάστηκε η εξέδρα, ήταν ήδη διευθυντής του γηπέδου. Το έργο αυτό καθιέρωσε για τα επόμενα χρόνια το γήπεδο της Λεωφόρου ως τόπο τέλεσης των αγώνων της Εθνικής Ελλάδας και άλλων μεγάλων διεθνών συναντήσεων. Ο Παναθηναϊκός του, είχε πρωτοπορήσει για ακόμη μία φορά, και η Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία, εντοίχισε στην εξέδρα μία μαρμάρινη αναμνηστική πλάκα «εις ένδειξιν θαυμασμού προς το έργον του ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΥ ΑΘΛΗΤΙΚΟΥ ΟΜΙΛΟΥ, κοσμήσαντος την πόλιν των Αθηνών με το λαμπρόν τούτον εντευκτήριον της ασκούμενης ελληνικής νεολαίας».
Το ιστορικό αυτό κειμήλιο είχε πέσει θύμα στις ορέξεις κάποιου Γερμανού στρατιώτη, ο οποίος, χωρίς κανέναν ενδοιασμό το έκανε κομμάτια. Ένα από τα κομμάτια αυτά πρόλαβαν και κράτησαν οι άνθρωποι του Παναθηναϊκού, ώστε να τους θυμίζει εκείνη την περήφανη για το Τριφύλλι ημέρα του Οκτώβρη του 1932.

Ο Βρεττός συνέχιζε να κοιτάζει τον Γερμανό σκοπό, ενθυμούμενος τα εκατοντάδες σκελετωμένα άψυχα κορμιά που κείτονταν ακόμα κι εκείνες τις ημέρες στους δρόμους της Αθήνας. Ο σκοπός, κραδαίνοντας το όπλο του, τον ρώτησε θυμωμένος τί ακριβώς θέλει. O Βρεττός δεν αποκρίθηκε και συνέχιζε να τον κοιτάζει. Ο σκοπός τον σημάδεψε με το πολυβόλο, ζητώντας του να φύγει. Οι Γερμανοί γενικά δεν αστειεύονταν, αν και τα δεδομένα έδειχναν πως το τέλος της κυριαρχίας τους ήταν πλέον πολύ κοντά. Όσην ώρα διασταυρώνονταν τα βλέμματα των δύο ανδρών είχαν ήδη ακουστεί δύο πυροβολισμοί οι οποίοι προέρχονταν από τις φυλακές Αβέρωφ, απέναντι ακριβώς από το γήπεδο, εκεί που σήμερα υψώνεται ο Άρειος Πάγος. Οι Γερμανοί, ακόμα και τις ύστατες στιγμές εκτελούσαν Έλληνες πατριώτες…

Πριν αποχωρήσει, ο Βρεττός σήκωσε το βλέμμα του και αντίκρυσε τις σημαίες με τις σβάστικες, που υψώνονταν ακόμα σε όλα τα κτήρια της πρωτεύουσας, ακόμα και στο γήπεδο του Παναθηναϊκού. Σκέφτηκε πως το κόκκινο και το μαύρο δεν ταιριάζουν με το γαλάζιο του αττικού ουρανού. Οι γαλανόλευκες σημαίες, από τον Απρίλη του 1941, ήταν εξαφανισμένες από την Αθήνα. Η καρδιά του Βρεττού, όπως και όλων των Αθηναίων, υπέφερε στη θέα αυτή.
«Δεν πάει άλλο. Σήμερα θα το κάνω», σκέφτηκε και άφησε πίσω του τον Γερμανό, συνεχίζοντας το γοργό του βήμα.

Η ώρα ήταν ήδη μία μετά τα μεσάνυχτα και ο Αντώνης Βρεττός άνοιγε την πόρτα του «κρυφού σχολειού», όπως συνήθιζαν να ονομάζουν το δωμάτιο που μαζεύονταν τα μέλη και οι αθλητές του Παναθηναϊκού που, μαζί με τους νέους του Εμπειρίκειου Ορφανοτροφείου, το οποίο στεγαζόταν σε αίθουσες του γηπέδου, συγκεντρώνονταν για να ακούσουν τα νέα του BBC. Ο Βρεττός, κάθε νύχτα, εξέδιδε κρυφά μία εφημερίδα με τίτλο «Η Φωνή του Π.Α.Ο.», η οποία δημοσίευε όλες τις ειδήσεις που μετέδιδε το βρετανικό ραδιοφωνικό δίκτυο, και την οποία μοίραζε εμπιστευτικά, χέρι-χέρι, κάθε πρωί. Οργάνωνε επίσης, συγκεντρώσεις μεταξύ αθλητών με αντιστασιακούς σκοπούς, με την πρόφαση πως επρόκειτο για προπονήσεις…

Σε λίγη ώρα η αίθουσα είχε ήδη γεμίσει ασφυκτικά κι όλοι ήταν μαζεμένοι γύρω από το ραδιοφωνάκι. Ο Βρεττός, που γνώριζε καλά τα αγγλικά, εκτελούσε χρέη μεταφραστή των ειδήσεων. Τα πρώτα νέα ήταν ήδη εξαιρετικά. Οι συμμαχικές δυνάμεις ήδη προχωρούσαν ακάθεκτες στην Ευρώπη και η Νίκη ήταν πλέον κοντά.

Μέχρι που μια αναγγελία έγινε η αιτία να σειστεί συθέμελα η αίθουσα από τα πανηγύρια και τις ζητωκραυγές των παρευρισκομένων.

Ήδη από το προηγούμενο απόγευμα της 7ης Οκτωβρίου 1944, οι πρώτες Αγγλικές στρατιωτικές δυνάμεις αποβιβάζονταν στην Πελοπόννησο. Με τη μετάδοση της είδησης αυτής, ο Βρεττός, ξέσπασε σε αναφιλητά και η φωνή του «έσπασε» από συγκίνηση. Οι φίλοι του κατάλαβαν πως μάλλον για καλό πρόκειται.

«Τί είναι ρε Αντώνη; Πες μας! Τί έγινε; Θα μας σκάσεις!»

Τα δάκρυα ήδη κυλούσαν ποτάμι στο πρόσωπο του Βρεττού. Με τρεμάμενη φωνή σηκώθηκε από την καρέκλα του και βροντοφώναξε, χωρίς καθόλου να τον νοιάζει εάν θα τον ακούσει κάποιος Γερμανός φρουρός από αυτούς που έκοβαν βόλτες γύρω από το γήπεδο.

«Οι Σύμμαχοι μπήκαν στην Πελοπόννησο! Η Αθήνα σε λίγες ημέρες θα είναι ελεύθερη! Το ακούτε; Το είπε το Μπι-Μπι-Σι! ΖΗΤΩ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ!»

Η Λεωφόρος είχε να ζήσει τόσο έντονους πανηγυρισμούς από το 8-2 του 1930! Όχι, τώρα δεν είχε πετύχει κάποιο γκολ ο Μεσσάρης. Το γκολ αυτό όμως ήταν πολύ πιο σημαντικό. Ήταν το γκολ της απελευθέρωσης! Η αίθουσα ήταν πολύ μικρή αλλά ο ενθουσιασμός τεράστιος. Όλοι αγκαλιάζονταν και φιλιούνταν και, με δάκρυα στα μάτια, τραγουδούσαν και φώναζαν εθνικά συνθήματα.
Μετά από αρκετή ώρα, που τα πανηγύρια είχαν αρχίσει να κοπάζουν και άρχιζε να ξεπροβάλλει δειλά-δειλά ο ήλιος, η παρέα συνειδητοποίησε πως κάποιος έλειπε από το δωμάτιο.

«Πού πήγε ο Αντώνης ρε παιδιά;»

Ενώ όλοι έψαχναν τον Βρεττό, εκείνος ξεπρόβαλλε στην πόρτα του δωματίου, χωρίς δάκρυα πλέον, αλλά με ένα πελώριο χαμόγελο να φωτίζει το πρόσωπο του, ανακοινώνοντας τους το εξής:

«Ελάτε όλοι έξω. Μη φοβάστε! Θέλω να δείτε κάτι!»

Ο Αντώνης Βρεττός ήταν ένας γενναίος και τολμηρός άνθρωπος. Η δράση του στην περίοδο της Κατοχής ήταν σπουδαία. Υπήρξε μέλος της ομάδας που το 1942 οργάνωσε την απαγωγή του καταδικασμένου σε θάνατο για λόγους κατασκοπείας και σαμποτάζ σε βάρος των Γερμανών, ιστορικού παράγοντα του Τριφυλλιού Μιχάλη Παπάζογλου, χαρίζοντάς του ουσιαστικά τη ζωή.

Η ομάδα αυτή ήταν στην ουσία η τότε διοικούσα επιτροπή του Παναθηναϊκού, με πρόεδρο τον Ευάγγελο Σταμάτη και μέλη, μεταξύ άλλων, τους Γιάννη Κωστόπουλο, Φραγκίσκο Πλυτά, Κωνσταντίνο Λεκατσά, Κώστα Μπαλτάση, Νίκο Γκούμα.

Ο Βρεττός αγνοούσε την έννοια του φόβου. Γνώριζε καλά πως όποιος δε φοβάται πεθαίνει μόνο μία φορά ενώ αυτός που φοβάται πεθαίνει κάθε μέρα…

Κι έτσι τόλμησε. Και νίκησε. Κρατώντας μία κιμωλία και μία σημαία, εκείνο το φθινοπωρινό πρωινό του Οκτώβρη στη Λεωφόρο, έγραψε Ιστορία.

Οι φίλοι του, γεμάτοι λαχτάρα έσπευσαν να δουν τί ήταν αυτό που ήθελε να τους δείξει ο ηρωικός διευθυντής της Λεωφόρου. Σε έναν μαυροπίνακα, έξω από την εξέδρα που βρισκόταν στην πλευρά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, ο Βρεττός είχε γράψει με κιμωλία το εξής:

«Την προσεχή Κυριακή μέγας ποδοσφαιρικός αγών Παναθηναϊκού – Αγγλικής Αεροπορίας. Ζήτω η Ελευθερία!»

Κατάπληκτοι οι διαβάτες διάβαζαν τη συγκεκριμένη αναγγελία, και τα στήθια τους φούσκωναν από εθνική υπερηφάνια, παρά το γεγονός πως οι Γερμανοί φρουροί βρίσκονταν ακόμα σε απόσταση αναπνοής!

Ο Βρεττός όμως προχώρησε ακόμα περισσότερο, υψώνοντας στις επτά το πρωί της 8ης Οκτωβρίου 1944, σαν σήμερα δηλαδή, την ελληνική σημαία στο υψηλότερο σημείο του γηπέδου του Παναθηναϊκού.

Η γαλανόλευκη στόλιζε ξανά τον αθηναϊκό ουρανό, για πρώτη φορά, μετά από το 1941! Ο Παναθηναϊκός Αθλητικός Όμιλος, μέσω της γενναίας πράξης του Βρεττού, μπορεί να υπερηφανεύεται για μία κοινωνική πρωτοπορία, κι έναν «εθνικό τίτλο», ο οποίος ίσως αξίζει περισσότερο από όλους μαζί τους χιλιάδες αγωνιστικούς τίτλους που έχει κατακτήσει ο αθηναϊκός σύλλογος στην υπεραιωνόβια ιστορία του.

Η πρώτη ελληνική σημαία που υψώθηκε στην Αθήνα στην περίοδο της Κατοχής, τέσσερις ημέρες πριν οι κατακτητές αποχωρήσουν οριστικά από την Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου, ήταν αυτή η οποία υψώθηκε στο γήπεδο μας, στη Λεωφόρο μας…

Ο Αντώνης Βρεττός θα κοινοποιήσει αμέσως την κίνηση του αυτή, στον τότε δήμαρχο Αθηναίων, Άγγελο Γεωργάτο με μία επιστολή που θα αφήσει εποχή και η οποία ανέφερε τα εξής:

«Κύριε Δήμαρχε, λαμβάνω την τιμή να σας γνωστοποιήσω ότι υπό την ιδιότητα μου ως Διευθυντού του Γυμναστηρίου του Παναθηναϊκού Αθλητικού Ομίλου ύψωσα εν αυτώ, σήμερον, την 8η Οκτωβρίου 1944 κι ώραν 7ην π.μ. την Ελληνικήν σημαίαν. Με βαθύτατην συγκίνησιν, Αξιότιμε Δήμαρχε, σας αναφέρω τα ανωτέρω, με συγκίνησιν την οποίαν επαυξάνει το γεγονός ότι δια πρώτην φορά υψούται η Ελληνική Σημαία εις την περιοχήν της κυρίως πρωτευούσης».

Σήμερα η Λεωφόρος μας, γνήσιο τέκνο των Αμπελοκήπων και καμάρι όλης της πρωτεύουσας, στέκει ακόμα περήφανη και εκφραστική στους πρόποδες του Λυκαβηττού, λαβωμένη και ρυτιδιασμένη από το χρόνο, αλλά όχι ηττημένη.

Σε αυτόν το χώρο, κατοικούν «πράσινες» ψυχές όπως ο Απόστολος Νικολαΐδης, ο Αντώνης Μαντζεβελάκης, ο Λουκάς Πανουργιάς, ο Μιχάλης Παπάζογλου, ο Μήτσος Μπακούρος, ο Θανάσης Νίκαινας, ο Μπλούης Διακάκης, ο Ανδρέας Βγενόπουλος με τον συνονόματο εγγονό του, ο Άγγελος Μεσσάρης, ο Μήτσος Μπαλτάσης, ο Αντώνης Μηγιάκης, ο Λύσανδρος Δικαιόπουλος, ο Σπύρος Υποφάντης, ο Ζαχαρίας Πιτυχούτης αλλά κι ο Αντώνης Βρεττός, ο οποίος κάθε χρόνο, την ίδια πάντα ημέρα και ώρα, όταν το γήπεδο είναι έρημο και κανένας δε βρίσκεται εκεί για να τον δει, κάνει την καθιερωμένη έπαρση σημαίας.

Όπως τότε…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Tο unpolitical.gr δημοσιεύει άρθρα της καθημερινότητας και της πολιτικής μέσα από τα οποία ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του.

Kείμενα ή εικόνες (με σχετική σημείωση της πηγής), θεωρούμε ότι είναι δημόσια. Αν υπάρχουν δικαιώματα συγγραφέων, ή ότιάλλο παρακαλούμε ενημερώστε μας στο unpoliticalgr@gmail.com για να τα αφαιρέσουμε. Επίσης σημειώνεται ότι οι απόψεις του ιστολόγιου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου. Για τα άρθρα που δημοσιεύονται εδώ, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο το ιστολόγιο.
Ο διαχειριστής του ιστολόγιου δεν ευθύνεται για τα σχόλια και τους δεσμούς που περιλαμβάνει. Τονίζουμε ότι υφίσταται μετριασμός των σχολίων και παρακαλούμε πριν δημοσιεύσετε το σχόλιό σας, έχετε υπόψιν σας τα ακόλουθα:
● Κάθε γνώμη είναι σεβαστή, αρκεί να αποφεύγονται ύβρεις, ειρωνείες, ασυνάρτητος λόγος και προσβλητικοί χαρακτηρισμοί, πολύ περισσότερο σε προσωπικό επίπεδο, εναντίον των συνομιλητών ή και των συγγραφέων, με υποτιμητικές προσφωνήσεις, ύβρεις, υπονοούμενα, απειλές, ή χυδαιολογίες.
● Μην δημοσιεύετε άσχετα, με το θέμα, σχόλια.
● Ο κάθε σχολιαστής οφείλει να διατηρεί ένα μόνο όνομα ή ψευδώνυμο, το οποίο αποτελεί και την ταυτότητά του σε κάθε συζήτηση.
● Με βάση τα παραπάνω η διαχείριση διατηρεί το δικαίωμα μη δημοσίευσης σχολίων χωρίς καμία άλλη προειδοποίηση.
● Tα σχόλια δημοσιεύονται το συντομότερο δυνατόν, μόλις αυτό καταστεί εφικτό.